Τετάρτη 8 Απριλίου 2020
  
Διαδρομή: Αρχική Σελίδα » Νέα »
  Κήρυγμα Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω

apokreo

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

Ἐφ΄ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων,

ἐμοί ἐποιήσατε” (Ματθ. κε΄, 40)


Ὅταν ὁ χριστός θά ἔρθει “ἐν δόξῃ ... κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς” ποιό θά εἶναι τό κριτήριο τῆς κρίσις του, ἀδελφοί καί παιδιά μου ἀγαπητά;

Ἡ παραβολή πού ἀκούσαμε σήμερα μᾶς δίνει τήν ἀπάντηση. Ἡ ἔμπρακτη καί θυσιαστική ἀγάπη. Ὄχι ἕνα ἀνθρωπιστικό ἐνδιαφέρον ἤ μιά ἀόριστη φιλανθρωπία γιά κάποιους ἀνώνυμους πτωχούς, ἀλλά ἡ συγκεκριμένη καί προσωπική ἀγάπη πρός τό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο, μέ τό ὁποῖο ὁ Θεός μᾶς φέρνει σέ συνάντηση.

Ἄς δοῦμε λοιπόν, πολύ σύντομα καί ἁπλᾶ τά περιστατικά πού ξετυλίγονται μέσα στήν ἀτμόσφαιρα τῆς σημερινῆς Διδαχῆς τοῦ Κυρίου μας. Κατά τήν δεύτερη λοιπόν, παρουσία θά συναχθοῦμε ὅλοι μπροστά στόν Δοξασμένο Υἱό τοῦ Θεοῦ. Καί Κεῖνος θά χωρίσει τό ἀπέραντο, τό ἀμέτρητο πλῆθος τῶν ἀνθρώπων. Θά βάλει τούς δίκαιους στά δεξιά Του καί στά ἀριστερά Του τούς ἀδίκους. Μετά τόν χωρισμό, θά μιλήσει σ΄ αὐτούς πού θά βρίσκονται δεξιά Του καί θά τούς πεῖ: “Ἐλᾶτε μαζί μου, σεῖς οἱ Εὐλογημένοι ἀπό τόν Πατέρα μου, γιατί πείνασα καί μοῦ δώσατε ἕνα κομμάτι ψωμί. Δίψασα καί μοῦ προσφέρατε ἕνα ποτήρι νερό. Ἤμουνα ξένος καί μοῦ ἀνοίξατε τή πόρτα σας. Ἤμουνα γυμνός καί μοῦ ρίξατε ἕνα ροῦχο στούς ὤμους μου. Ἀρρώστησα καί μέ ἐπισκεφθήκατε. Βρέθηκα στή φυλακή καί τρέξατε νά μέ δεῖτε. Ἀρνητική θά εἶναι ἡ διατύπωση σ' αὐτούς πού θά στέκονται ἀριστερά Του. Πείνασα καί δέν μοῦ δώσατε λίγο ψωμί νά φάω. Δίψασα καί δέν μοῦ προσφέρατε ἕνα ποτήρι νερό. Ἄρρωστος καί φυλακισμένος ἤμουνα καί δέν ἤρθατε νά μέ δῆτε. Καί στή συνέχεια ὁ Χριστός διατυπώνει τήν αὐστηρή κρίση καί καταδίκη τους.

Μεγάλη ὅμως ἀπορία καί ἔκπληξη παρουσιάζεται καί ἀπό τίς δύο πλευρές. Κύριε πότε σέ εἴδαμε νά πεινᾶς καί νά διψᾶς καί σέ βοηθήσαμε; θά ποῦν οἱ δίκαιοι.

Πότε σέ εἴδαμε καί δέν τρέξαμε νά σέ βοηθήσουμε; θ΄ ἀπαντήσουν μέ θράσος οἱ καταδικασμένοι ἄδικοι. Τότε ὁ Χριστός ταυτίζεται μέ τούς “ἐλαχίστους” ἀδελφούς Του, τούς φτωχούς, τούς καταδικασμένους ἀπό τόν κόσμο, τούς πάσχοντας.

Δέν ξεχωρίζει ὁ Χριστός τόν ἑαυτό Του ἀπό ὅλους αὐτούς. Αὐτοί εἶναι οἱ ἀδελφοί Του, οἱ ἐκπρόσωποί Του, ἐδῶ στή γῆ. Γι΄ αὐτό καί στήν ἀπάντησί Του πρός τήν ἀπορία τῶν δικαίων λέγει: “Ἐφ΄ ὅσον προσφέρατε ἀγάπη σ΄ ἕναν ἀπ΄ ὅλους αὐτούς τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς μου, σ΄ ἐμένα τή προσφέρατε. Ὅσοι ὅμως παραβλέπουμε καί περιφρονοῦμε αὐτούς τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς Του , παραβλέπουμε καί περιφρονοῦμε τόν ἴδιο τόν Χριστό, ὅπως μᾶς διαβεβαίωσε ὁ ἴδιος σήμερα.

Ὅλοι μᾶς παιδιά μου συναντοῦμε τόν Χριστό. Ναί· ἄπειρες μάλιστα φορές στή ζωή μας, ἀλλά δέν τόν ἀναγνωρίζουμε. Γιατί ἁπλούστατα δέν παρουσιάζεται μέ τήν ἑλκυστική μορφή τοῦ Διδασκάλου πού κάνει θαύματα ἤ μέ τή γλυκιά μορφή τοῦ Ἰησοῦ μέ τά λίγα γένεια, τά μεγάλα ἀμυγδαλωτά μάτια καί τό φωτεινό πρόσωπο, ὅπως συνηθίζεται νά τόν ἀπεικονίζουν οἱ εὐσεβεῖς ἁγιογράφοι. Ἀλλά παρουσιάζεται στή ζωή μας μέ τή μορφή κάποιου ἐλαχίστου ζητιάνου τῆς ἀγάπης. Θά λέγαμε πῶς ὁλόκληρη ἡ ζωή μας εἶναι μιά συνεχής πορεία “πρός Ἐμμαούς” μέ τό Χριστό ἄγνωστο συνοδοιπόρο δίπλα μας.

Ἀλήθεια, ἀναρωτηθήκαμε ποτέ, πόσες φορές πέρασε ἀπό τή σκέψη μας ὁ Χριστός μέ τή μορφή κάποιου ἐλαχίστου; ὁ Χριστός μέ τό πρόσωπο τοῦ πεινασμένου ζητιάνου, τοῦ ἀρρώστου γείτονα, τῆς κουρελιασμένης γιαγιᾶς, τοῦ ἀδικοφυλακισμένου συνανθρώπου μας, τοῦ ξένου ὁδοιπόρου;

Ἀπό τή στιγμή πού ἦρθε στό κόσμο ὁ Χριστός καί ντύθηκε τήν ἀνθρώπινη σάρκα, ἕνωσε στή Θεανθρώπινη φύση Του, ὀργανικά καί ἀδιάσπαστα ὅλους τούς ἀνθρώπους μαζί Του καί μεταξύ τους. Καί μετά τήν ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἀνάμεσά μας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ αἰσθητή καί ἀτελείωτη παρουσία Του στό κόσμο. Δηλαδή ὅσοι ἔχουν βαπτισθεῖ ἀνήκουν στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Αὐτοί ἀποτελοῦν τό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἑπομένως στό πρόσωπό τους ὑπάρχει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἄν ἕνα μέλος τοῦ σώματός μας πονᾶ, π.χ. τό χέρι μας, τότε ὑποφέρει ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμός μας. Ὅταν τό πονεμένο μέλος θεραπευθεῖ, τότε ὅλο τό σῶμα μας ἀνακουφίζεται. Ἔτσι ἡ θεραπεία δέν προσφέρεται μόνο στό πονεμένο χέρι μας, ἀλλά μέσῳ τοῦ χεριοῦ μας σ' ὅλο τό σῶμα μας.

Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά πονεμένα μέλη τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, τούς ἐλάχιστους ἀδελφούς. Δείχνοντάς τους ἔμπρακτη ἀγάπη, ἀγκαλιάζοντάς τους στοργικά καί ἁπαλύνοντας τόν πόνο τους, ἀνακουφίζουμε τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ., τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο καί οὐσιαστικά ἡ προσφορά τῆς ἀγάπης μας ἀναφέρεται σ΄ Ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί 'μεῖς ὅλοι, τά μέλη αὐτοῦ τοῦ σώματος.

Καταλαβαίνουμε τώρα πώς τά λόγια τοῦ Κυρίου δέν εἶναι συμβολικά. “Ἐφ΄ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε”. Ἐκφράζουν μιά πραγματικότητα μεγάλη μέ βάθος πολύ. Τή πραγματικότητα καί τό βάθος τῆς Ἐκκλησίας μας ὡς “μυστικοῦ”σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἀφοῦ εἴδαμε ἀδελφοί μου, ποιούς καί γιατί ὁ Χριστός ὀνομάζει ἐλάχιστους ἀδελφούς Του, ἄς δοῦμε τώρα ἕνα τρίτο σημεῖο. Τί καί πώς μποροῦμε, ἐμεῖς σήμερα, νά προσφέρουμε σ΄ αὐτούς τούς ἐλάχιστους ἀδελφούς τοῦ Κυρίου καί ἀδελφούς ἰδικούς μας.

Ἡ παραβολή τῆς μέλλουσας κρίσης εἶναι ἕνα ἀφυπνιστικό σῆμα, πού θέλει νά μᾶς δείξῃ τό σωστό δρόμο πού ὁδηγεῖ στό Θεό. Νά μᾶς προσγειώσῃ ὅλους, ὅσους πήραμε λάθος δρόμο γιά τόν οὐρανό. Ὁ δρόμος γιά τόν οὐρανό, γιά τήν “ἡτοιμασμένην Βασιλείαν, ἀπό καταβολῆς κόσμου”, περνᾶ ὑποχρεωτικά ἀπό τή γῆ μας. Δέν μπορεῖ κανείς νά συναντήσῃ τό Θεό, ἄν δέν συναντήση μέ ἀγάπη πρῶτα τόν ἄνθρωπο.

Εἶναι χαρακτηριστικό, σύμφωνα πάντα μέ τή διήγηση τῆς παραβολῆς, ὅ,τι δέν θά κριθοῦμε γιά παραβάσεις ἤ παραλείψεις καθηκόντων ἀπέναντι στό Θεό, ἀλλά γιά ἔλλειψη ἀγάπης ἀπέναντι στούς συνανθρώπους μας. Διακονοῦμε τό Θεό, ὑπηρετῶντας τόν πλησίον μας καί ὅ,τι ἀπό ἀγάπη προσφέρουμε σ΄ αὐτόν, τόν πλησίον, αὐτό εἶναι τό πιό εὐπρόσδεκτο στό Θεό Πατέρα μας.

Καί μποροῦμε νά προσφέρουμε μιά ἀγάπη πού δέν σχετίζεται μέ ἐκπληκτικά κατορθώματα καί θεωρίες, ἀλλ΄ ἀναφέρεται σέ πράγματα καθημερινά καί ἁπλᾶ, πού ὅλοι μας μποροῦμε νά ἐφαρμόσουμε παντοῦ καί πάντοτε. Σέ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες ζωῆς καί ἄν βρισκόμαστε. Ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα καί ἄν κάνουμε. Ὁποιαδήποτε ἡλικία καί μόρφωση καί ἄν ἔχουμε.

Ποιός ἀπό μᾶς θά μπορέσῃ νά δικαιολογηθεῖ ἐκείνη τήν ὥρα ὅτι δέν εἶχε τά μέσα νά δείξῃ ἀγάπη; Ὁ Κύριος δέν ἀπαιτεῖ νά κάνουμε μεγάλες δωρεές. Οὔτε νά δείξουμε μεγάλα ἐπιτεύγματα. Δέν λέγει στή παραβολή: σᾶς καταδικάζω γιατί ἤμουνα ἄρρωστος καί δέ μέ γιατρέψατε, ἤ ἤμουνα στή φυλακή καί δέν μέ ἀπελευθερώσατε. Ἀλλά τούς λέγει: πείνασα καί δέν μού δώσατε λίγο ψωμί, ἤμουνα ἄρρωστος καί φυλακισμένος καί δέν ἤρθατε νά μέ δεῖτε, τί κάνω. Αὐτά τά λίγα, τά μικρά πού περνοῦν ἀπό τό χέρι μας, αὐτά πρέπει νά προσφέρουμε ἀπό ἀγάπη στούς ἀδελφούς μας. Ἕνα πιάτο φαγητό, ἕνα ποτήρι νερό, μιά ἐπίσκεψη στόν ἄρρωστο, στό φυλακισμένο, εἶναι πράγματα πού ὅλοι μας μποροῦμε νά κάνουμε.

Προσοχή λοιπόν, ἀγαπητά μου παιδιά, νά μή ξεγελᾶμε τόν ἑαυτό μας μέ τή σκέψη ὅτι γιά τήν ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης χρειάζονται πλούτη καί δύναμη. Καί ὁ πιό φτωχός καί ὁ πιό ἀδύνατος ἔχει χίλιες δυό εὐκαιρίες νά προσφέρει ἀγάπη. Σέ πολλά μέρη τοῦ κόσμου καί σέ πολλές θρησκεῖες γίνεται λόγος πολύς γιά ἐλεημοσύνη, γιά συμπάθια, γιά βοήθεια. Ἀλλά ποτέ καί πουθενά δέ δόθηκε τέτοια σημασία σέ ἁπλές πράξεις τῆς καθημερινῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.

Τό μυστικό τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης βρίσκεται στήν ἄμεση σύνδεσή της μέ τό Χριστό. Ἔτσι ἐξουδετερώνονται ἄλλα κίνητρα καί ἐλατήρια πού θολώνουν τήν καθαρότητα, τή λάμψη αὐτοῦ τοῦ πολύτιμου πετραδιοῦ πού λέγεται ἀγάπη.

Ὅποιος ἀπό μᾶς ἀδελφοί μου παραλείπει νά δείχνει καθημερινά καί ἀδιάκοπα, ἄμεσα καί πρακτικά τήν ἀγάπη του στούς κοντινούς καί τούς μακρινούς, τούς μικρούς καί ταλαιπωρημένους, τούς πονεμένους καί καταφρονεμένους, θά ΄χει στό τέλος τή δυσάρεστη ἔκπληξη νά δῇ τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό γυμνό καί στερημένο ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀπ΄ αὐτό τό σημεῖο ἀρχίζει ἡ κόλαση, ἡ τιμωρία. Ἀπό τότε δηλαδή πού παύουμε ν΄ ἀγαποῦμε καί νά νοιώθουμε τήν ἀγάπη.

Ἐφ΄ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε”.

Ἀδελφοί μου καί παιδιά μου, ἡ ζωή εἶναι ἀκόμα μπροστά μας. Δέν ξέρουμε γιά πόσα χρόνια, γιά πόσες μέρες. Ὅσο καιρό μας ἀφήσει ὁ Χριστός σέ τούτη ΄δῶ τή πρόσκαιρη ζωή, ἄς προσπαθήσουμε καθημερινά νά τόν ἀγαποῦμε ἀναγνωρίζοντάς Τον, ἀποκαλύπτοντάς τον κάτω ἀπό τή ταπεινή καί ἄσημη ἐμφάνιση τοῦ κάθε θλιμμένου καί ταλαιπωρημένου συνανθρώπου μας. Ὁ πόνος συνεχῶς ὅσο πάει καί μεγαλώνει, γίνεται πιό δυνατός. Μᾶς κυκλώνει ἀπό παντοῦ. Ἄς τοῦ κάνουμε ἀντεπίθεση κυκλώνοντάς τον μέ τήν ἀγάπη μας. Καί τότε ὅλοι ἐμεῖς, οἱ νοσταλγοί καί ἀναζητητές τοῦ Θεοῦ θά τόν νοιώσουμε πολύ πιό κοντά μας, ἀπ΄ ὅσο νομίζουμε. Γιατί θά ἔχουμε συμπληρώσει τίς αἰσθήσεις μας μέ μιά ἕκτη αἴσθηση, τήν αἴσθηση τῆς ἀγάπης.

Μ΄ αὐτήν τήν αἴσθηση, πού θά ἔχει τήν ἕδρα της στή καρδιά μας, θά δοῦμε τό Θεό, ὑπηρετῶντάς Τον στό πρόσωπο τῶν “ἐλαχίστων”. Καί θ΄ ἀκούσουμε τή φωνή Του κατά τή Δεύτερη ἔνδοξη Παρουσία Του νά μᾶς λέγει: “Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν Βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου”. Ἀμήν!