Πέμπτη 2 Απριλίου 2020
  
  ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ (ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ)

Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι”


Ὁ Χριστός μέ τή σημερινή παραβολή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, πού ἀκούσαμε στό Εὐαγγέλιο ἀδελφοί καί παιδιά μου, φωτίζει ἕνα ἀπό τά πιό δύσκολα προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου. Τό πρόβλημα τῆς σωτηρίας του· καί εἰδικώτερα στό ποῦ θά στηριχθεῖ ὁ ἄνθρωπος γιά νά ἐπιτύχῃ τή σωτηρία του. Γι΄ αὐτό ἄς ἀφήσουμε νά μᾶς ὁδηγήσει ὁ Κύριος μέ τή παραβολή Του, στή λύση τοῦ πάντα ἐπίκαιρου αὐτοῦ προβλήματος.

Δύο ἄνθρωποι πῆγαν στό Ναό τοῦ Σολομῶντος γιά νά προσευχηθοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν Φαρισαῖος. Ἀνῆκε δηλαδή στή τάξη ἐκείνη πού διακρινόταν γιά τήν προσήλωσή της στούς τύπους τῆς θρησκείας. Οἱ Φαρισαῖοι παρουσιάζονταν ἐξωτερικά σάν εὐσεβεῖς, ἀλλά στήν πραγματικότητα δέν ἀγαποῦσαν οὔτε τόν Θεό, οὔτε τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἕναν μόνο ἀγαποῦσαν· τόν ἑαυτό τους.

Ὁ ἄλλος ἦταν ἕνας Τελώνης. Ἁμαρτωλός καί αὐτός. Ἡ δουλειά του, τό ἐπάγγελμά του ἦταν νά εἰσπράττει τούς ρωμαϊκούς φόρους. Ἕνα ἐπάγγελμα διαβόητο σ΄ ὅλους γιά τήν ἀδικία, τήν καταπίεση καί τήν ἐκμετάλλευση. Αὐτά ἦταν τά κύρια γνωρίσματά του.

Ὁ Φαρισαῖος, ἀφοῦ στάθηκε σέ περίοπτη θέση μέσ΄ στό ναό, γεμᾶτος ἀπό καύχηση καί ὑπερηφάνεια εἶπε: Σ΄ εὐχαριστῶ Θεέ μου, γιατί δέν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, πού εἶναι βουτηγμένοι μέχρι τό λαιμό στή κλεψιά, τή τοκογλυφία καί τήν ἀνηθικότητα. Μέσα στό ὑπεροπτικό του παραλήρημα δέν ξεχνάει νά χύση τό φαρμάκι του στό διπλανό του, πού προσεύχεται μαζί του, “ὅπως αὐτός ἐδῶ ὁ Τελώνης” προσθέτει χαρακτηριστικά. Στή συνέχεια, μέ τό μεγεθυντικό φακό τοῦ ἐγωϊσμοῦ του ἀραδιάζει τίς ἀρετές του, τά κατορθώματά του. Νηστεύω, λέγει, δύο φορές τή βδομάδα καί δίνω το δέκατο ἀπ΄ ὅλα τά εἰσοδήματά μου. Δέν θά μποροῦσε νά σταθῇ, παιδιά μου, προσευχή πιό ἀηδιαστική ἀπ΄ αὐτή πού ἀκούσαμε. Δέ παραχωρεῖ στό Θεό τό δικαίωμα νά τόν κρίνη. Στήνει στή θέση τοῦ εἰδώλου τόν ἑαυτό του καί ἀρχίζει νά τόν προσκυνάει. Νομίζει ὁ Φαρισαῖος ἐπειδή δέν ἔκλεψε, ἐπειδή τήρησε τίς διατάξεις τοῦ Νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅτι εἶναι ἀναμάρτητος. Νομίζει ἐπειδή νήστευε δύο φορές τή βδομάδα καί πρόσφερε στό ναό τό δέκατο τῶν εἰσοδημάτων του, ὅτι εἶναι ἀκέραιος, σωστός. Δέν καταλάβαινε ὁ ταλαίπωρος ὅτι μέ τό νά εἶναι ἡ καρδιά του ἄδεια ἀπό ἀγάπη γιά τό Θεό καί τούς διπλανούς του, ὅλα ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα καυχιόταν, ἦταν ἀνώφελα. Ἡ ὑπερηφάνειά του, ὁ ἐγωϊσμός του τά εἶχε ἐξουδετερώσει ὅλα. Παρά τήν ἀποστροφή μας ὅμως γιά τό Φαρισαῖο, δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού καί 'μεῖς βαδίζουμε στά ἴχνη του. Ὁ φαρισαϊσμός εἶναι σάν μιά ἐπιδημική ἀρρώστια, πού ἀπειλεῖ ὅλους μας. Γιατί τίς πιό πολλές φορές ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὑπερτιμοῦμε τίς πράξεις μας καί τά τυχόν προσόντα μας. Ἔχουμε χρήματα; εἴμαστε λίγο μορφωμένοι; ἀμέσως ἕνα αἴσθημα ὑπεροχῆς, ἐγωϊσμοῦ μᾶς κυριεύει καί βλέπουμε τούς ἄλλους ἀφ΄ ὑψηλοῦ. Νομίζουμε ὅτι γιά ὅλα εἴμαστε ἁρμόδιοι καί ἱκανοί. Μέ τό μεγεθυντικό φακό τῆς φαντασίας μας τά χαλικάκια τῶν ἀρετῶν μας τά βλέπουμε σά βουνό καί τούς σπασμένους κόκκους μιᾶς ἀρρωστημένης ἀγάπης, λαμπρά μαργαριτάρια.

Ἕνα δεύτερο κύριο γνώρισμα τοῦ φαρισαϊσμοῦ εἶναι νά ὑποτιμᾶμε τούς ἀδελφούς μας, τούς συνανθρώπους μας. Πάλι χρησιμοποιοῦμε καί 'δῶ τό μεγεθυντικό φακό, μέ μιά ὅμως διαφορά. Ἐνῶ δηλαδή προηγουμένως μ' αὐτόν μεγεθύναμε τ΄ ἀνύπαρκτα προσόντα μας, τώρα ἐξετάζουμε, μεγεθύνουμε τίς ἀδυναμίες τῶν ἄλλων. Ἀνθρώπινα μικροσφάλματα τά βλέπουμε σάν ἐγκλήματα. Κάνουμε τή τρίχα τριχιά, ὅπως χαρακτηριστικά λέει ὁ λαός. Τελικά χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε κάνουμε, ὅπως καί ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς, κέντρο τῆς ζωῆς μας, τῆς δράσης, τῆς σκέψης μας τό ἐγώ μας, τόν ἑαυτό μας. Καί ἔτσι ἀντί νά βροῦμε τή σωτηρία μας, βρισκόμαστε στά ἴχνη τοῦ τόσο ἐπικίνδυνου φαρισαϊσμοῦ.

Παράδειγμα λοιπόν, πρός ἀποφυγή ὁ Φαρισαῖος. Γιατί μᾶς τό λέει καθαρά σήμερα ὁ Κύριος. Μέ μιά τέτοια νοοτροπία, μέ μιά τέτοια ζωή, καθ΄ ὅλα ἐντάξει ἐξωτερικά, δέν κατορθώνουμε νά φύγουμε δικαιωμένοι καί σεσωσμένοι ἀπ τό Ναό Του.

“Πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται”. Θά τιμωρηθεῖ, θά συντριβεῖ ὅποιος προκαλεῖ τόν Κύριο καί ἐμπαῖζει τό μυστήριο τῆς θυσίας Του, δείχνοντας μέ τή ζωή του, πώς δέ τό ἔχει ἀνάγκη.

“Ἀνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι”.

Καιρός ὅμως νά δοῦμε καί τό ἄλλο πρόσωπο τῆς παραβολῆς. Τόν ἁμαρτωλό Τελώνη. Αὐτός δέν προχώρησε μέσα στόν Ἱερό χῶρο τοῦ Ναοῦ. Στάθηκε, μᾶς λέγει ὁ Κύριος, μακρυά. Εἶχε τόση συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητά του, καταλάβαινε πόσο τρομερά ἦταν λερωμένος ἀπό τίς πολλές ἁμαρτίες του, ὥστε ἔμεινε ἐκεῖ σέ μιά ἄκρη ἀπό φόβο καί συντριβή. Δέν ἤθελε οὔτε τά μάτια του νά σηκώσῃ στόν οὐρανό. Καί μόνο πού ἔκανε ἦταν νά μιλήση στό Χριστό τή γλῶσσα τῆς ἀλήθειας, τῆς μετάνοιας, τῆς ταπείνωσης.

Χτυπῶντας τό στῆθος του, παρακαλοῦσε καί ἱκέτευε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ: “ὁ Θεός ἱλασθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ”. Δέν λέγει πολλά λόγια ὅπως ὁ Φαρισαῖος. Τονίζει μονάχα δύο πράγματα. Τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τή δική του ἁμαρτωλότητα. Ποιά ἄλλη προσευχή θά μποροῦσε νά σταθῇ τόσο εὐάκουστη στό Θεό; τί ἄλλο τραβάει καί ἑλκύει τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τό ταπεινό φρόνημα καί τήν εὐλογημένη ταπεινοφροσύνη;

Ὁ συντετριμμένος Τελώνης εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἐμπιστοσύνης στό Θεό. Δέν στηρίζεται στόν ἑαυτό του, πού εἶναι τόσο ἐλεεινός καί ἁμαρτωλός. Στηρίζεται στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Δέν δικαιολογεῖ τόν ἑαυτό του. Ὁμολογεῖ τήν ἐνοχή του. Δέν τήν ἀπωθεῖ, γι΄ αὐτό δέν δικαιολογεῖται. Συναισθάνεται σ΄ ἀπόλυτο, θά λέγαμε, βαθμό τήν ἁμαρτωλότητά του, μέ τρόπο γνήσιο. Ὄχι μόνο ἐσωτερικά, ἀλλά καί ἐξωτερικά. “ἔτυπτεν εἰς τό στῆθος αὐτοῦ”, χτυποῦσε τό στῆθος του, σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ Ἱερός Εὐαγγελιστής.

Κάνει κάτι μεγάλο ὁ Τελώνης, παραδίδει τόν ἑαυτό του ὁλόκληρο, ὅπως εἶναι, λερωμένο, στά πόδια τοῦ λυτρωτοῦ Χριστοῦ μέ τήν ἱκεσία: “ὁ Θεός ἱλασθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ”. Καί ἔτσι σώζεται, ὅπως μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Κύριος: “λέγω ἡμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ”. Ξαναγίνεται πραγματικό παιδί τοῦ Θεοῦ, ὑψώνεται στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ἐπειδή ταπεινώθηκε καί ζήτησε τό ἔλεος τοῦ οὐράνιου Πατέρα. Νά παράδειγμα γιά μίμηση. Νά ἡ λύση τοῦ προβλήματος τῆς σωτηρίας μας. Νά ταπεινωθοῦμε σάν τό τελώνη. Νά μετανοήσουμε καί νά ἐξομολογηθοῦμε εἰλικρινά ὅπως αὐτός. Νά προσφέρουμε ὁλόκληρο τό εἶναι μας, τόν ἑαυτό μας, μέ τίς πληγές μας στό Κύριο γιά νά μᾶς γιατρέψει μέ τά μυστήρια της ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Νά ζητήσουμε μέ εἰλικρίνεια τή Χάρη Του, τό ἔλεός Του. Ν΄ ἀφήσουμε ἀνοιχτή τή καρδιά μας γιά νά μπεῖ ὁ Κύριος.

Μπορεῖτε νά φαντασθῆτε ἕναν ἄρρωστο πού πηγαίνει στό γιατρό καί κρύβει τό πόνο του καί τό ἱστορικό τῆς ἀρρώστιας του; ὁ ἄρρωστος προκειμένου νά γίνῃ καλά παραδίδεται στό γιατρό. Ἄν ἡ ἀνάγκη γιά νά ἐπιβιώσουμε βιολογικά μᾶς κάνει νά παραδιδόμαστε, χωρίς καμμιά ἐπιφύλαξη, στόν προσωπικό μας γιατρό, πόσο μᾶλλον ἡ δίψα γιά τή σωτηρία μας, ἡ λαχτάρα γιά κοινωνία μέ τό Θεό, πρέπει νά μᾶς κάνουν νά ἐμπιστευόμαστε τόν ἑαυτό μας μας στό Θεό, γιά νά βροῦμε τή σωτηρία μας.

“Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό ἱερόν προσεύξασθαι”.

Σήμερα πέρασαν ἀπό μπροστά μας δύο ἄνθρωποι, δύο κόσμοι τόσο ἀντιπροσωπευτικοί, ἀλλά καί τόσο ἀντίθετοι. Ὁ ἕνας ἤθελε νά φαίνεται δίκαιος καί εὐσεβής μόνο ἐξωτερικά, γι΄ αὐτό στηρίχθηκε στόν ἑαυτό του καί πουθενά ἀλλοῦ. Ὁ ἄλλος ζητοῦσε νά συγχωρεθῇ καί νά σωθῇ. Γι΄ αὐτό στηρίχθηκε στό Θεό καί Δημιουργό του.

Σέ μιά ἐποχή, σά τή δική μας, πού ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι κάνουμε τό πᾶν γιά νά φαινόμαστε μόνο ἐξωτερικά ἀνώτεροι καί καλοί, ἄς μιμηθοῦμε ἀδελφοί καί παιδιά μου τόν Τελώνη. Εὔχομαι καί προσεύχομαι ὁ τελώνης νά γίνῃ παράδειγμα γιά ὅλους μας, ἄν θέλουμε ν΄ ἀνοίξῃ καί γιά μᾶς τήν ἀγκαλιά του ὁ Θεός. Ἄν θέλουμε νά εἴμαστε γνήσια παιδιά τῆς Ἐκκλησίας του. Ἄν θέλουμε τέλος, νά ἐπιτύχουμε τή σωτηρία μας.

Ἡ Ἐκκλησία σά στοργική μητέρα μᾶς προτρέπει καθημερινῶς ἀλλά πολύ περισσότερο σήμερα: “Φαρισαίου φύγωμεν ὑψηγορίαν καί τελώνου μάθωμεν, τό ταπεινόν ἐν στεναγμοῖς, πρός τόν Σωτῆρα κραυγάζοντες. Ἵλαθι μόνε εὐδιάλλακτε” (Κοντάκιον Κυριακῆς Τελώνου καί Φαρισαίου). Ἀμήν.