Δευτέρα 25 Μαΐου 2020
  
Διαδρομή: Αρχική Σελίδα »
  ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ ΛΟΥΚΑ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ

Μέ τούς ἐννέα ἤ μέ τόν ἕνα;”


Ἀπό τούς δέκα θεραπευθέντες λεπρούς, ὁ ἕνας γυρίζει τρέχοντας καί μέ συγκίνηση, πέφτει στά πόδια τοῦ εὐεργέτη του καί τά βρέχει μέ δάκρυα εὐγνωμοσύνης. Θά περίμενε κανείς νά φανεῖ σέ λίγο καί ὁ δεύτερος καί ὁ τρίτος καί οἱ ὑπόλοιποι. Ἀλλά, δυστυχῶς κανένας τους δέν φάνηκε. Ἔφυγαν χωρίς νά ἐπιστρέψουν ποτέ, νά ποῦν ἕνα “εὐχαριστῶ” στόν Κύριο, πού τούς ἐθεράπευσε . Ἦταν μαζί καί οἱ δέκα, ὅταν ἱκέτευαν γιά θεραπεία· “Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς”. Ἀφοῦ ἐθεραπεύθησαν, οἱ δρόμοι τους χωρίσθηκαν. Ἡ θεραπεία τούς ἔφερε τήν λησμοσύνη, τήν ἀχαριστία. Ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, τούς ἀγκαλιάζει ὅλους μέ τήν ἀγάπη Του. Τούς δίνει αὐτό πού Τού ζήτησαν καί σάν ἀνταπόδοση δέχεται τήν ἀγνωμοσύνη τους. Ἕνα καυτό ἐρώτημα ἀνεβαίνει στά θεϊκά χείλη Του: “οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δέ ἐννέα ποῦ;”. Αὐτό τό ἐρώτημα δέν εἶναι ἔλεγχος, οὔτε διαμαρτυρία, εἶναι τό παράπονο τοῦ Θεοῦ μπροστά στήν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Μόλις δέχθηκαν τήν εὐεργεσία, κανείς δέν θά πίστευε αὐτό, πού θά ἀκολουθοῦσε, ἄν δέν τό κατέγραφε ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς. Μετά τήν θεραπεία τους ἔγραψαν τήν πιό τραγική σελίδα τῆς ζωῆς τους. Ἀπό τούς δέκα, μονάχα ὁ ἕνας ξεχώρισε. Καί αὐτός ἦταν ξένος, ἀλλοεθνής καί ὄχι Ἰουδαῖος. Οἱ πιό κοντινοί, οἱ ὁμοεθνεῖς Ἰουδαῖοι “οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μή ὁ ἀλλογενής οὗτος”.

Καί νἆταν μόνον οἱ ἐννέα; δυστυχῶς πίσω ἀπ΄ αὐτούς, σειρά ἀτελείωτη, παίρνει δρόμους καί μονοπάτια γιά νά φύγει μακρυά μέ βιασύνη. Σέ στιγμές πόνου καί ἀνάγκης, ἱκετεύουμε ἐπίμονα τόν Θεό καί ζητᾶμε βοήθεια. Κάνουμε τάματα καί δηλώνουμε ὑπακοή στό Ἅγιο θέλημά Του. Εἶναι κάτι πού τό ψηλαφοῦμε καθημερινά καί στήν προσωπική μας ζωή. Ἀντιμετωπίζουμε κατά καιρούς φοβερές δοκιμασίες, ἀρρώστιες, ἐπαγγελματικά καί οἰκογενειακά ἀδιέξοδα. Ἀπελπιζόμαστε, γονατίζουμε, κλαῖμε, ἱκετεύουμε, ὑψώνουμε τή φωνή μας: ”Ἰησοῦ, ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς”. Ὅταν ὅμως ὅλα πάρουν αἴσιο τέλος , ὅταν ἡ καταιγίδα περάσει, ξεχνοῦμε τά πάντα καί ξαναγυρίζουμε στά ὑλικά μας μικροσυμφέροντα. Τρέχουμε πίσω ἀπό τούς ἐννέα ἀγνώμονες λεπρούς, σημαδεμένοι καί 'μεῖς μέ τό στίγμα τῆς πνευματικῆς λέπρας, τήν ἀγνωμοσύνη. Ὁ Θεός λησμονεῖται καί μπαίνει σέ δεύτερη θέση, γιατί ὄχι καί στή τελευταία· ἡ προσευχή μᾶς φαίνεται ἀγγαρεία πιά, ὁ ἐκκλησιασμός καί ἡ πνευματική ζωή χαμένος χρόνος καί ἀναχρονισμός. Μπαίνει μέσα μας τό σαράκι τοῦ ὀρθολογισμοῦ, μόλις βγοῦμε ἀπό κάποιο ἀδιέξοδο. Καί ὅλα τά μετρᾶμε μέ τό ὑποδεκάμετρο τῆς λογικῆς μας, ὀρθολογιστικά. Ἡ παράξενη αὐτή παλινοδρόμηση, αὐτές οἱ διακυμάνσεις τῆς ἀνθρώπινης στάσης, καταγράφονται τόσο σέ μαζικό, ὅσο καί σέ προσωπικό ἐπίπεδο μέσα στήν Ἁγία Γραφή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εἶναι ἡ πορεία τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μέσα στήν ἔρημο. Ὅταν, αὐτός ὁ λαός γέμιζε μέ ὑλικά ἀγαθά, ὅταν ξεπερνοῦσε τίς ἐπιδημίες καί τίς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ, τότε γύριζε τίς πλάτες στόν εὐεργέτη του Θεοῦ.

Καί μόνον, ὅταν ἔχανε τά ἴχνη τῆς ἱστορικῆς πορείας του, τότε θυμόταν τόν Θεό καί Τόν ζητοῦσε μέ ἀγωνία γιά τή λύτρωσή του. Καί ἀπό τήν Καινή Διαθήκη ἄς θυμηθοῦμε τήν πικρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅταν ἕνας ἀγαπημένος μαθητής του, ὁ Δημᾶς ἔφυγε ἀπό κοντά του καί γράφει ἐξομολογούμενος ὁ Παῦλος στόν Τιμόθεο: “Δημᾶς μέ ἐγκατέλειπεν ἀγαπήσας τόν νῦν αἰῶνα, καί ἐπορεύθη εἰς Θεσσαλονίκην” (Β΄Τιμ. Δ΄,10). Καί στήν ἐποχή μας, αὐτή ἡ δίβουλη στάση καί συμπεριφορά εἶναι ἕνα ἀπ΄ τά μεγάλα προβλήματα. Ἡ τακτική τῆς ἀχαριστίας, τῆς λησμοσύνης ἐμφανίζεται καί στίς σχέσεις μας μέ τούς συνανθρώπους μας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα μέσα ἀπ΄ τή σύγχρονη ζωή ὑπάρχουν πάρα πολλά· γονεῖς, πού πρόσφεραν τά πάντα στά παιδιά τους, δέχονται τήν ἐγκατάλειψη, ἤ ἀναμένουν νά μποῦν σέ κάποιον οἴκο εὐγηρίας, γηροκομεῖο. Πνευματικοί ἄνθρωποι, πού πασχίζουν γιά τόν ἄνθρωπο, δέχονται τήν κατασυκοφάντηση καί τόν διασυρμό. Καί οἱ περιπτώσεις συνεχίζονται ὅπως βγαίνουν ἀναρίθμητες μέσα ἀπό τή ζωή. Γιατί εἶναι γεγονός καί θλιβερή διαπίστωσις, ὅτι οἱ ἄλλοι μᾶς ὑπολογίζουν, μᾶς σέβονται καί μᾶς ἐνθυμοῦνται, ὅταν ἔχουν τήν ἀνάγκη μας, ὅταν θέλουν νά ἐπιτύχουν κάτι μέ τήν συμπαράστασή μας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐπιτύχει αὐτό πού θέλει, εἶναι συνηθισμένο, ὁ εὐεργέτης νά δέχεται “ἀντί τοῦ μάννα χολήν” μέ ἐλάχιστες βέβαια φωτεινές ἐξαιρέσεις.

“Εἷς δέ ἐξ αὐτῶν ἰδών ὅτι ἰάθη ὑπέστρεψε μετά φωνῆς μεγάλης δοξάζων τόν Θεόν”. Ὁ ἕνας δέν στάθηκε νά δῆ τί θά κάνουν οἱ ἄλλοι. Εἶδε τί ἔπρεπε νά κάνει ὁ ἴδιος. Ἔτρεξε καί ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ εὐεργέτου του. Πόσα δέν μᾶς λέει αὐτή ἡ τακτική! Γιατί συνήθως παρασυρόμαστε καί 'μεῖς ἀπό τήν συμπεριφορά, ἀπό τήν στάση τῶν ἄλλων. Μήν ποῦμε ποτέ “ἀφοῦ ὅλοι ἔτσι κάνουν, ἐγώ θά ξεχωρίσω;”. Ὁ καθένας μας ἔχει προσωπική σχέση -εὐθύνη ἀπέναντι στό Θεό καί οἱ πολλοί, τό πλῆθος δέν ἀθωώνει κανέναν μας. Καθημερινά μᾶς δίδονται εὐκαιρίες νά λέμε τό “εὐχαριστῶ”μας, τό “Δόξα σοι Ὁ Θεός”, “ὑπέρ ... τῶν φανερῶν καί ἀφανῶν εὐεργεσιῶν, τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων” (Λειτουργική εὐχή), γιά τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ πού προστίθενται στή ζωή μας, ἔστω καί ἄν μερικές τίς θεωροῦμε αὐτονόητες, ὅπως π.χ. ἡ καθημερινή μας ὑγεία, τό καθημερινό μας ψωμί κ.ο.κ. Καί 'μεῖς, ὅπως ὁ Κύριός μας, ἄς προσφέρουμε ἁπλόχερα τήν ἀγάπη μας, τήν συμπαράστασή μας πρός ὅλους τούς συνανθρώπους μας, γιατί ἔτσι πραγματώνουμε αὐτό πού εἴμαστε “Υἱοί τοῦ Ὑψίστου” καί ἑλκύουμε τή χάρι τοῦ Θεοῦ στίς ὑπάρξεις μας μέ οὐράνιες εὐλογίες, πού δίδονται πλουσιοπάροχα στίς εὐγνώμονες ψυχές,

Ἀδελφοί καί παιδιά μου πνευματικά, εὔχομαι καί προσεύχομαι, ἡ στάση τῆς ζωῆς μας νά ὁμοιάζει μέ αὐτή τοῦ ἑνός, τοῦ εὐγνώμονος ἰαθέντος λεπροῦ. Καθημερινῶς νά δοξολογοῦμε καί νά ἐκφέρουμε λόγους εὐχαριστίας στόν Δωρεοδότη Κύριο καί νά μήν γινόμαστε ἀχάριστοι καί ἀγνώμονες στίς εὐεργεσίες Αὐτοῦ, ὡς οἱ ἐννέα ἀγνώμονες ἰαθέντες. Τελικά, μετά ἀπό ὅσα ἀκούσαμε, ἄς ἀπαντήσουμε στό ἀρχικό μας ἐρώτημα. Μέ τούς ἐννέα ἤ μέ τόν ἕνα;