Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019
  
  ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ ΛΟΥΚΑ

Κυριακή ΙΔ΄ Λουκᾶ.

Κραυγή καί κραυγές...


“Ἰησοῦ υἱέ Δαυΐδ ἐλέησόν με” εἶναι ἡ κραυγή πού βγαίνει ἀπό τόν ἄσημο καί τυφλό ἐπαίτη τῆς Ἱεριχοῦς. Οἱ γύρω του “ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ”. Ἐκεῖνος ὅμως συνέχισε ἀκόμη ἐντονώτερα νά φωνάζει: “Υἱέ Δαυΐδ ἐλέησόν με”. Καί ὁ Κύριος ἐνῶ συνωμιλοῦσε, μπροστά στήν ἱκετευτική κραυγή τοῦ τυφλοῦ σταμάτησε καί “ἐπηρώτησεν αὐτόν λέγων· Τί σοί θέλεις ποιήσω;”. Ὁ Χριστός σταμάτησε μπροστά στόν ἀσήμαντο γιά τούς πολλούς, μπροστά στό παιδί Του· δέν τό ἀγνοεῖ. Στέκεται, ἀνοίγει κουβέντα μαζί του καί στή συνέχεια τοῦ δίνει αὐτό πού ὄντως χρειάζεται “ἀνάβλεψον ἡ πίστις σου σέσωκέ σε”.

Θεραπευμένος πιά ὁ τυφλός δέν περιορίζεται μόνο σέ μία δοξολογία ἤ εὐχαριστία. Κάνει κάτι πολύ δυναμικό, ἀκολουθεῖ τόν Χριστό. Γίνεται μαθητής Του. Ἔτσι ὁ πρώην τυφλός γίνεται, τώρα πιά, ὁδηγός τῶν ἄλλων ἀνθρώπων πρός τόν Χριστό, πρός τό φῶς τό ἀληθινόν. Καί ὁ Χριστός τόν δέχθηκε, τόν ἀνακάλυψε καλύτερα, μέσα στό πλῆθος τή στιγμή πού ἄκουσε τήν κραυγή του. Ξεχώρισε τήν ἱκεσία του, μέσα σέ ἀναρίθμητες φωνές πού ἔβγαιναν ἀπό ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων καθώς Τόν περιτριγύριζαν. Γιατί ἡ κραυγή τοῦ τυφλοῦ εἶχε μιά ποιότητα, ἦταν τό ἀνάβλυσμα τῆς πονεμένης καρδιᾶς του. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν ἦταν μαθητής. Δέν εἶχε ζήσει κοντά στόν Κύριο, ὅμως εἶχε ζήσει συντροφιά μέ τόν πόνο, τήν ἐπαιτεία, τήν ἐξουθένωση, γιατί κανείς δέν δημιουργοῦσε γέφυρα ἐπικοινωνίας γιά νά προσπελάσει στόν πόνο του. Κανείς δέν ἦταν πρόθυμος νά κάμψει τήν κοινωνική ἀξιοπρέπειά του γιά νά κουβεντιάσει μέ ἕναν ἄσημο τυφλό ζητιάνο. Αὐτός λοιπόν ὁ περιφρονημένος τυφλός ἱκετεύει: “Υἱέ Δαυΐδ ἐλέησόν με”. Καί αὐτή ἡ ἱκετευτική του κραυγή ἦταν δύναμη, πού κατέληξε σέ νίκη.

Ὁ Θεάνθρωπος τοῦ χάρισε αὐτό πού ποθοῦσε τήν ὑγεία του. Βλέπει τόν περιφρονημένο τυφλό ὅπως ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅλα τά παιδιά Του. Μέ τό ἴδιο βλέμμα ἀγάπης καί σέ ἴση ἀπόσταση ὁ Ἰησοῦς Χριστός “διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας τούς καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου” (Πραξ. Ι΄, 38).

Δέν ἀπαξίωσε νά μιλήσει μέ τούς φτωχούς καί τούς πονεμένους. Καί δέν παρέλειψε ν΄ ἀναστήσει τούς νεκρούς τους, νά θεραπεύσει τούς ἀρρώστους, νά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες τους, νά σώσει τίς ψυχές τους. Ἡ προσέγγιση τοῦ Ἰησοῦ πρός τόν ἄνθρωπο δέν ἔχει περιορισμούς. “καί πάντας τούς κακῶς ἔχοντας ἐθεράπευσε” (Ματθ. η΄,16). Ἀρκεῖ ἡ ἱκεσία μας, ἡ κραυγή μας, ὡς ἔκφραση προσευχῆς νά ἔχει ἔνταση πίστεως καί γνήσια κίνητρα. Τότε μόνον μπορεῖ καί ἡ δική μας ἱκεσία νά ἔχει ἀποτελεσματικότητα. Διαφορετικά θά μοιάζει μέ τήν κραυγή τοῦ πλήθους πού δέχθηκε μέ τό “ὡσαννά”, τόν Κύριο, στά Ἱεροσόλυμα. Καί αὐτή ἡ κραυγή τῆς μάζας μεταβλήθηκε λίγες μόνο ἡμέρες ἀργότερα στό “σταύρωσον αὐτόν”. Μιά τέτοιας ποιότητας ἱκετευτική κραυγή μοιάζει μέ τόν ἄνεμο, πού μπορεῖ τούτη τή στιγμή νά φυσάει ἀπό τό νότο καί ἀργότερα νά πνέει ἀπό τόν βορρᾶ. Τό μόνο χαρακτηριστικό στοιχεῖο αὐτῆς τῆς κραυγῆς εἶναι ἡ ἀστάθεια καί ἡ εὔκολη ἀλλαγή. Μιά τέτοια ὅμως προσευχητική κραυγή δέν μπορεῖ νά ὑψωθεῖ μέχρι τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας, γιατί δέν εἶναι ἀποτέλεσμα πίστεως καί λατρείας πρός τό πανάγιο Πρόσωπό Του, ἀλλά πρόσκαιρος, περιστασιακός ἐνθουσιασμός. Δυστυχῶς καί ἡ δική μας κραυγή, το δικό μας “Κύριε ἐλέησον”, πολλές φορές εἶναι πανομοιότυπο μέ τήν κραυγή τῶν Ἰουδαίων, πού ὑποδέχθηκαν τόν Ἰησοῦ στά Ἱεροσόλυμα, παραμονές τοῦ πάθους Του. Μέ τήν πρώτη δυσκολία τά χάνουμε, ὀλιγοπιστοῦμε, λογισμοί ἀμφιβολιῶν ταλανίζουν τήν ὕπαρξή μας. Ὁ ἄκρατος ἐνθουσιασμός μας γρήγορα μετατρέπεται σέ ἀπογοήτευση. Καί ἔτσι ἡ ἱκετευτική μας κραυγή σβήνει καί χάνεται ἀπ΄ τά κύματα πού μᾶς κτυποῦν. Ἰδιαίτερα στή σύγχρονη ἐποχή, αὐτή ἡ μεταλλαγή ἔχει καταντήσει λοιμική ἀρρώστια. Τό πρωί ξεκινᾶμε τήν ἡμέρα, πού μᾶς χάρισε ὁ Θεός, μέ ἐλπίδες καί αἰσιοδοξία καί τό βράδυ καταλήγουμε -μέ μιά προσωπική αὐτοπαράδοση- στή μελαγχολία. Χάνουμε τόν δυναμισμό μας γιά δράση, γιά ζωή καί τό ἀποτέλεσμα εἶναι νά συνθηκολογήσουμε μ΄ αὐτή τήν κατάσταση καί δέν μποροῦμε οὔτε ἕνα “Κύριε ἐλέησον” νά ψελλίσουμε. Σ΄ αὐτή τήν κατάσταση συμβάλλει ἀρνητικά ὁ καθημερινός βιοποριστικός ἀγῶνας τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Σ΄ αὐτόν τόν ἀγῶνα ξεδιπλώνεται ἀπειλητικά ὅλο τό πλέγμα πού ἐπικρατεῖ σήμερα, μόχθος, προβλήματα ἐργασίας, μικροσυμφέροντα κ.ο.κ. Καί ὁ ἄνθρωπος, σάν τόν Πέτρο μέσα στά μανιασμένα κύματα, φωνάζει: “Κύριε σῶσον με” (Ματθ. ιδ΄,30).

Εἶναι ὁ ἀδύναμος ἄνθρωπος, πού μπροστά στόν κίνδυνο, ζητάει τό χέρι, τήν βοήθεια τοῦ δυνατοῦ. Γιατί μόνο ἡ παρουσία Ἐκείνου ἀνοίγει δρόμους σωτηρίας καί νοηματίζει τήν ἐπί γῆς πορεία μας. Ἔτσι καταλαβαίνουμε, ὅτι ἡ ἀπογοήτευση, ἡ ἀπελπισία, ἡ ἀστάθεια καί οἱ ἀλλαγές στή πνευματική μας ζωή εἶναι σημάδια ὀλιγοπιστίας, εἶναι ἐμπόδια, πού ὑψώνονται ἀνάμεσά σε 'μᾶς καί στόν Χριστό καί δέν μᾶς ἐπιτρέπουν νά ἐπικοινωνήσουμε μαζί Του. Ἡ προσευχητική μας κραυγή δέν ἔχει τήν ποιότητα, πού εἶχε ἡ κραυγή τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἱεριχοῦς. Ὁ πρώην ἄσημος τυφλός, δίνει σέ ὅλους μας ἕνα δυνατό παράδειγμα. Μᾶς θέτει μερικά οὐσιαστικά ἐρωτήματα, ἀπό τήν ἀπάντηση τῶν ὁποίων, φανερώνει ἡ ποιότητα τῆς ἱκετευτικῆς μας κραυγῆς πρός τόν Κύριο. Ὁ τυφλός, παρ΄ ὅλο πού “οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ”, αὐτός περισσότερο, πιό δυνατά ἱκέτευε τόν Κύριο. Ἡ δική μας προσευχητική κραυγή εἶναι ἔκφραση πλήρους ἐμπιστοσύνης στό Θεό; Μένουμε στήν ἱκεσία μας, ἔστω καί ἄν ὁ Κύριος δείχνει νά σιωπάει; Εἴμαστε σταθεροί στήν προσευχητική μας στάση, ἔστω καί ἄν ἡ θύελλα τῶν περιστατικῶν τῆς ζωῆς μας γίνεται ἐπικίνδυνη;

Ἐάν ναί, τότε παιδιά μου ἀγαπητά, ἡ προσευχή μας, ἡ ἱκεσία μας, ἡ κραυγή μας εἶναι καρπός, εἶναι χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Εὔχομαι καί προσεύχομαι ἀδελφοί μου, νά μήν ξεχνᾶμε, πώς δέν εἶναι ἀρκετό νά ψάλλουμε τό “Κύριε ἐκέκραξα πρός σέ.. “ (ψαλμ. ρμ΄,1) ἀλλά νά προχωρήσουμε καί στό “ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σοι, Κύριε...”. Αὐτό θέλει ὁ Κύριος, τό “ἐκ βαθέων”. Γιατί τό “ἐκ βαθέων” γεννάει κατάνυξη στήν προσευχή μας καί τό “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με” γίνεται ἡ μία σωτήρια μεταμορφωτική κραυγή, ὅπως ἔγινε καί μέ τόν πρώην τυφλό της Ἱεριχοῦς.