Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019
  
  ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ ΛΟΥΚΑ

Κυριακή ΙΓ΄ Λουκᾶ.

Ἡ αἰώνια ζωή στόν “νῦν” καί στό “ἀεί”.


Ὁ ἄνθρωπος πού πλησίασε τόν Κύριο καί διατύπωσε τό μεῖζον ἐρώτημα γιά τήν αἰωνιότητα, ἦταν ἕνας πλούσιος ἄρχοντας καλουπομένος στή καλοβολεμένη ζωή του, στάθηκε θαρρετά μπροστά στόν Χριστό καί τοῦ ζήτησε νά τόν χειραγωγήσει γιά νά κληρονομήσει τήν αἰωνιότητα. Ἡ συνομιλία του μέ τόν Κύριο ἦταν μιά σκληρή δοκιμασία γιά τόν ἴδιο, ἀλλά καί ἕνα ἀφυπνιστικό σημάδι γιά ὅλους μας. Στό ἐρώτημα τοῦ νέου, “τί νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή”, ὁ Κύριος τοῦ θυμίζει τόν νόμο τῆς Παλαιάς Διαθήκης σάν βατό δρόμο, πού ὁδηγεῖ στήν αἰωνιότητα. Καί ὁ πλούσιος νέος μέ αὐθορμητισμό ἀπήντησε: “Πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου”. Δέν ἔκλεψα, δέν σκότωσα, δέν ἀτίμασα κανέναν, δέν ἔπεσα σέ μεγάλα λάθη. Ὁ καρδιογνώστης Κύριος δέν ἐντυπωσιάστηκε ἀπ΄ τήν ἀπάντησή του καί τοῦ εἶπε: “Ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχει πώλησον καί διάδος πτωχοῖς, καί ἔξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ καί δεῦρο ἀκολούθει μοι”. Ἀκόμη ἕνα πρᾶγμα σοῦ λείπει· αὐτά πού ἔχεις τά πολλά καί δυσβάσταχτα, πούλησέ τα καί σκόρπισέ τα στούς ἀδελφούς σου· καί τότε θά γίνεις κληρονόμος μου καί μαθητής δικός μου. Ἡ ἐντολή ἦταν ξεκάθαρη. Δέν ἄφηνε περιθώρια γιά σκόπιμες παρανοήσεις καί ἑλιγμούς. Ἡ στιγμή ἦταν δραματική καί ἡ ἀπόφαση ὁριακή. Βρισκόταν μπροστά στό μεγάλο δίλημμα. Ὅμως δέν ταλαντεύτηκε γιά πολύ. Προτίμησε νά κάνει πίσω, νά συνοδοιπορήσει μέ τήν ὕλη, νά πάρει γιά ὁδηγό τά πολλά χρήματά του. Αὐτός ὁ πιστός τηρητής τοῦ Νόμου δέν εἶχε τή δύναμη ν΄ ἀνέβει τό τελευταῖο σκαλοπάτι. Ἦταν παγιδευμένος στή γῆ παρ΄ ὅλη τήν “εὐσέβειά” του. Ἡ θρησκευτικότητά του, ἡ τήρηση μερικῶν ἐντολῶν τοῦ Νόμου τῆς Παλαιάς Διαθήκης φάνηκε ἐπιδερμική καί ἀνώφελη. Καί ὁ Κύριος βλέποντάς τον σκυθρωπό καί ἄφωνο νά χάνεται μέσα στό πλῆθος εἶπε: “Πῶς δυσκόλως οἱ τά χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ”.

Βλέπουμε λοιπόν, πώς ἡ αἰωνιότητα δέν ἐξαγοράζεται μέ τήν προσεκτική τήρηση μερικῶν θρησκευτικῶν τύπων, ἤ μέ τήν εὐλαβική ἐκπλήρωση μερικῶν ἐντολῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἐάν μείνουμε προσκολλημένοι στόν ξηρό τύπο, ἀδιαφορῶντας γιά τήν οὐσία, τότε ἐξαντλοῦμε ὅλο τόν δυναμισμό μας καί τήν πνευματική μας ἰκμάδα στό γράμμα τοῦ Νόμου καί παραμελοῦμε τό “πνεῦμα”· καί ὅλοι γνωρίζουμε, πώς “τό γράμμα ἀποκτείνει, τό δέ πνεῦμα ζωοποιεῖ”. (Β΄ Κορ. γ΄,6).

Ἡ κατάκτηση τῆς αἰωνιότητος εἶναι πέρα καί πάνω ἀπ΄ ὅλα αὐτά. Δέν ἐξαρτᾶται βέβαια ἀπό τή νοσηρή θρησκευτικότητα, πού πολλοί “ἐκ νεότητός” των ἐπιμελῶς φυλάττουν καί τήν ἐμφανίζουν στήν πορεία τῆς ζωῆς τους μέ μιά νοσηρή τυπολατρεία, μέ μιά χωρίς ἀγάπη εὐσέβεια, μ΄ ἕναν θρησκευτικό φανατισμό καί μισαλλοδοξία.

Τό ἐρώτημα γιά τόν καθένα μας δέν εἶναι “τί θά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή”, ὅπως δέν μποροῦμε νά διερωτηθοῦμε “τί θά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν περιουσία τοῦ πατέρα μου”. Τό μεῖχον θέμα εἶναι ἄν ἔχουμε ἐνσωματωθεῖ στήν “καινή κτίσι”, ποῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ νέα ἐπί γῆς πραγματικότητα τῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος πού ζεῖ ὀντολογικά, μυστηριακά μέσα στό φῶς καί τή Χάρη τῆς Ἐκκλησίας, ψηλαφεῖ ἀπό τούτη ἐδῶ τήν πρόσκαιρη ζωή τίς διαστάσεις τῆς αἰωνιότητας καί μαθαίνει νά βηματίζει ἀπό τώρα μέσα στήν ἀτμόσφαιρά της. Ὅταν βρισκόμαστε ἐγκλωβισμένοι μέσα στίς ἐγωπάθειές μας καί προσπαθοῦμε σπασμωδικά νά τηρήσουμε μία ἤ δύο ἐντολές, αὐτό δέν μᾶς προσφέρει τίποτα, γιατί ἀσχολούμεθα μέ τό “ἡδύοσμον καί τό ἄνηθον καί τό κύμινον” (Ματθ. κγ,23) καί ἔτσι κομματιάζουμε τήν ὕπαρξή μας. Δουλεύουμε σέ δύο κατευθύνσεις πού δέν ταυτίζονται. Προσπαθοῦμε νά ρουφήξουμε κάθε τί πού μᾶς προσφέρει ὁ κόσμος καί ταυτόχρονα ἀγωνιζόμαστε νά ἔχουμε κάποια ἐπαφή μέ τήν αἰωνιότητα, ἀρκούμενοι σ΄ ἕναν τυπικό ἐκκλησιασμό τίς μεγάλες γιορτές τοῦ χρόνου, κάνοντας μεγάλους σταυρούς καί ἀνάβοντας πολλές καί μεγάλες λαμπάδες. Καί ἔτσι πέφτουμε σέ ψυχικές περιπέτειες, σέ νευρωτικές καταστάσεις.

Γι΄ αὐτό καί μᾶς στιγματίζει τόσο ἔντονα ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος: “ἀνήρ δίψυχος, ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ” (Ἰακ. α΄,8). Ἡ κίνηση ἀπομάκρυνσης τοῦ πλούσιου νέου ἀπό τόν Κύριο, ἐπαναλαμβάνεται συνέχεια. Ἅμα δέν ζοῦμε μέσα στήν ἁγιαστική ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἔρχεται ἡ δραματική στιγμή, πού γυρίζουμε καί ΄μεῖς τίς πλάτες στήν πιό ζωντανή πραγματικότητα, πού εἶναι ἡ αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιά τόν ἄχρονο Θεό Πατέρα μας τοῦ “τώρα” καί τοῦ “ἐπέκεινα”, ἡ αἰωνιότητα εἶναι μιά ἀδιάκοπη παρουσία. Καί γιά τούς ἀνθρώπους, πού ζοῦν τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ “ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ”, ἡ μετοχή τους στήν αἰωνιότητα ἔχει ἀρχίσει ἀπ΄ τή στιγμή πού μυστηριακά κοινώνησαν στή ζωή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Παιδιά μου, ἡ αἰώνια ζωή δέν εἶναι ἡ μελλοντική φάση τῆς ζωῆς μας. Αὐτή τήν ὥρα ζοῦμε μέσα στήν αἰωνιότητα, σάν εὐχαριστιακό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Στίς προσευχές μας πού λέμε στίς λατρευτικές μας συνάξεις ἐπαναλαμβάνουμε τήν στερεότυπη κατάληξη: “νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων”. Τούτη ἡ φράση φανερώνει τήν τοποθέτησή μας καί τήν προσδοκία μας· τό αἰώνιο “σήμερα” τοῦ ἄχρονου Θεοῦ, τό αἰώνιο “σήμερα” τοῦ “κατ΄ εἰκόνα” Θεοῦ πλασθέντος ἀνθρωπίνου προσώπου μας, τό αἰώνιο “σήμερα” τῆς Ἐκκλησίας μας.

Εὔχομαι καί προσεύχομαι ἀδελφοί μου καί παιδιά νά ζήσουμε τώρα εὐχαριστιακά σ' ὅλη του τήν πληρότητα τό “νῦν”, γιά νά ἀπολαύσουμε καί τό “εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων”.