Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019
  
  ΚΥΡΙΑΚΗ Θ ΛΟΥΚΑ

Κυριακή Θ΄ Λουκᾶ.

(Παραβολή ἄφρονος πλουσίου)


Ἡ πιό συνηθισμένη μορφή ἐκφράσεως καί βιώσεως τῆς ψυχικῆς συγκρούσεως εἶναι ἡ ἐπιδίωξη τοῦ ἀνθρώπου γιά ὑλική ἐξασφάλιση, πού ὅλοι μας τήν ὀνομάζουμε πλεονεξία, δηλαδή ἡ τάση τοῦ νά θέλει κανείς καί νά προσπαθεῖ νά ἔχει περισσότερα ὑλικά ἀγαθά ἀπό ἐκεῖνα πού πραγματικά χρειάζεται.

Γιά νά βοηθήσει ὅλους μας, ὁ Κύριος μας, νά ἀποφύγουμε τήν πνευματική ἀρρώστια τῆς πλεονεξίας, μᾶς πρόσφερε τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ὅπως τόσο ἀριστοτεχνικά μᾶς τήν παρουσιάζει ὁ Εὐαγγελιστῆς Λουκᾶς στό ιβ΄κεφ. 16-21.

Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ Κύριος ὀνομάζει τόν πλεονέκτη πλούσιο “ἄφρον” πού θά πεῖ ἀνόητε, παράφρονα, ἄμυαλε, ἀσύνετε. Καί θά καταλάβουμε στή συνέχεια γιατί ὁ Θεός ἀποκαλεῖ τόν πλούσιο “ἄφρον”, ἀφοῦ φέρουμε μπροστά μας πρῶτα τό κείμενο τῆς παραβολῆς. Ἑνός πλουσίου ἀνθρώπου τά χωράφια του ἔδωσαν μεγάλη σοδειά καί σκεπτόταν μέσα του λέγοντας· τί πρέπει νά κάνω, γιατί δέν ἔχω χῶρο γιά νά ἀποθηκεύσω τούς καρπούς μου. Ἀφοῦ σκέφτηκε γιά λίγο εἶπε στόν ἑαυτό του: θά γκρεμίσω τίς ἀποθῆκες μου καί στή θέση τους θά χτίσω μεγαλύτερες καί κεῖ θά συγκεντρώσω ὅλα τ΄ ἀγαθά μου. Καί τότε θά πῶ στή ψυχή μου· ἔχεις μαζέψει πολλά ἀγαθά, τόσα πού σοῦ φτάνουν γιά πολλά χρόνια. Ἀναπαύου, λοιπόν, τρῶγε, πίνε καί καλοπέρνα. Ὅμως ὁ Θεός μιά νύχτα τόν αἰφνιδιάζει λέγοντάς του: Ἀνόητε αὐτή τή νύχτα σοῦ ζητοῦν τήν ψυχή σου, πεθαίνεις. Ὅσα ἑτοίμασες σέ ποιόν θά πᾶνε τώρα; Καί κλείνει τήν παραβολή ὁ Χριστός λέγοντας· Αὐτά παθαίνει ἐκεῖνος πού μαζεύει -θησαυρίζει μόνο γιά τόν ἑαυτό του καί δέν φροντίζει νά πλουτίζει κατά Θεόν, δηλαδή μέ πνευματικά ἀγαθά. Καί τόνισε λέγοντας: ὅποιος ἔχει αὐτιά γιά ν΄ ἀκούει, ἄς τ΄ ἀκούει.

Βλέπουμε στήν παραβολή, ὅτι ὁ Χριστός δέν μιλάει γιά τόν πλοῦτο, ἀλλά γιά τήν πλεονεξία καί τόν πλεονέκτη, πού γίνεται ἄφρονας.

Καί παρά τό γεγονός ὅτι στή παραβολή ἔχουμε λιτότητα ἔκφρασης καί περιγραφῆς, ὅμως φαίνονται ξεκάθαρα τά στοιχεῖα τῆς ὑπερβολῆς στή συμπεριφορά τοῦ πλουσίου, ἀλλά καί κάθε πλεονέκτη πού ὁ Θεός τούς ἀποκαλεῖ ἄφρονες.

Παρατηροῦμε, λοιπόν, ὅτι ὁ πλούσιος κατά τήν ἀνάπτυξή τοῦ διαλογισμοῦ του, χρησιμοποιεῖ πολλές φορές τήν προσωπική ἀντωνυμία “μου”, “τούς καρπούς μου ... καθελῶ μου... ἀγαθά μου... ψυχή μου... γενήματά μου...”. Ὅλες αὐτές οἱ ἐκφράσεις φανερώνουν τόν ἐγωκεντρισμό τοῦ ἄφρονος πλουσίου πού ὑπογραμμίζει τήν ἀπολυτότητα τῶν ἀτομικιστικῶν του ἐπιδιώξεων.

Ἐπίσης, οἱ σκέψεις πού κάνει ὁ πλούσιος, ὡς πρός τήν ἀξιοποίηση καί συντήρηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν του, ἀποκλείουν κάθε συνεργασία μέ ἄλλους ἀνθρώπους. Δέν ἐπιθυμεῖ νά ἔχει σχέσεις μέ κανέναν, ἀλλά οὔτε καί νά ἐξαρτᾶται ἀπό κανέναν. Αὐτό φανερώνει τήν συναισθηματική του πτωχεία. Ὁ πλούσιος δέν ἔχει ἀνθρώπινα αἰσθήματα. Γιά τούς ἄλλους δέν διαθέτει τίποτα, οὔτε μιά καλή σκέψη. Ζεῖ καί κινεῖται, μᾶλλον ἐγκλωβίζεται μακρυά ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Τελικά ἡ αὐτάρκεια καί ἡ μοναξιά (ἀπομόνωση) ὁδηγοῦν τόν ἄφρονα, ἀλλά καί κάθε πλεονέκτη στήν ἐφευρετικότητα. Πρέπει νά εἶναι ἐφευρετικοί γιά νά ἀντισταθμίζουν τό ἀβάστακτο βάρος τῆς ἀπομόνωσής τους.

Ἑπομένως ἡ ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου ἔγκειται στό γεγονός ὅτι αὐτός ὁ ἴδιος μεταβάλλει μιά ἁπλή ἀνθρώπινη τάση (τήν ἀπόλαυση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν) σέ πρωταρχικό καί μοναδικό στόχο καί κανόνα ζωῆς. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἀπολυτοποιεῖ μιά σχετική ἀξία (τά ὑλικά ἀγαθά). Σημαίνει ἀκόμη αὐτή ἡ ἀπολυτοποίηση ὅτι εἶναι ἡ ἀναπλήρωση τῆς ἀποτυχίας τοῦ βασικοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς του, τό “καθ΄ ὁμοίωσιν”. Ἡ παθολογική προσκόλληση στά ὑλικά ἀγαθά ἀναπληρώνει τήν ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου γιά πραγμάτωση ὑπαρξιακῆς του προοπτικῆς. Ὁ πλεονέκτης ὅλο καί θέλει νά ἔχει περισσότερα ἀγαθά γιά τόν ἑαυτό του καί προσκολλᾶται σ΄ αὐτά μέχρι θανάτου. Γι΄ αὐτό ὁ Ἀπ. Παῦλος λέγει: “νεκρώσατε τά μέλη ὑμῶν... καί τήν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστίν εἰδωλολατρία” (Κολ. γ΄, 5).

Ἄν προσέξουμε πρός τό τέλος τῆς παραβολῆς θά καταλάβουμε μέ ποιόν τρόπο μᾶς προφυλάσσει ὁ Κύριος ἀπό τό πάθος τῆς πλεονεξίας. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ξεπερνάει, οὔτε νικάει τόν θάνατο μέ τά χρήματα καί μέ τήν συσσώρευση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιατί ἁπλούστατα ὅλα αὐτά φέρουν τό σπέρμα τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Γι΄ αὐτό καί ὅταν πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος τίποτα δέν παίρνει μαζί του, οὔτε καί αὐτό τό σῶμα του, ἀφοῦ τό ἐμπιστεύεται στή γῆ μέχρι τή Δευτέρα Παρουσία. Μέ τήν φράση: “Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ...”. Ὁ Χριστός δέν ἀπειλεῖ, οὔτε θέλει νά τρομοκρατήσει τόν ἄνθρωπο. Μᾶς προειδοποιεῖ “ἵνα μή ὑπνώσωμεν ἐν ἁμαρτίαις εἰς θάνατον. Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται” (Ματθ. κδ΄, 42). Μᾶς φανερώνει ὁ Θεός πατέρας μας τόν πραγματικό, τόν ἀληθινό θησαυρό, πού δέν εἶναι τά ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά “ὁ κατά Θεόν πλοῦτος”. Ἑπομένως ἡ ποιμαντική ἀντιμετώπιση τῆς πλεονεξίας καί τοῦ πλεονέκτη πρέπει νά προσανατολίζεται στήν ἀποκάλυψη τοῦ πάθους, στήν ὑπόμνηση τῆς ματαιοδοξίας τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν καί στήν ματαιότητα τῶν στόχων του.

Ἡ πρόκληση “ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;” πρέπει νά διέπει κάθε μορφή διαλόγου μας μέ τόν πλεονέκτη. Πρέπει δηλαδή νά κατανοήσουμε, ὅτι τά ὑλικά ἀγαθά δέν ἐξασφαλίζουν τίποτα, γιατί “γέμουν φθορᾶς καί θανάτου”. Ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε γιά νά εἶναι κυρίαρχος καί ὄχι δέσμιος τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, διαχειριστής καί ὄχι καταχραστής αὐτῶν. Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τό Θεό πατέρα του, τότε ἐξαρτᾶ τή ζωή του ἀπό τά ὑλικά ἀγαθά καί προσκολλᾶται μόνο σ΄ αὐτά. Πολλοί προσπαθοῦν νά μᾶς πείσουν μεθοδικά, σύμφωνα “πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου” ὅτι τά ὑλικά ἀγαθά ἐξασφαλίζουν εὐημερία καί ἀπόλαυση γιά τόν ἑαυτό μας. Ἑλκυστική βέβαια ἡ πρόταση γιά κάθε ἄνθρωπο, ἰδιαίτερα τῆς σημερινῆς ὑλοκρατούμενης ἐποχῆς μας.

Ἀγνοοῦν, ἤ μᾶλλον θέλουν ν΄ ἀγνοοῦν τήν πραγματικότητα, πού φωνάζει πώς ὁ πλεονέκτης εἶναι γεμᾶτος φόβους, ἀγωνίες, ἄγχη καί νευρώσεις. Καιρός νά διακρίνουμε τήν ἀπάτη τῆς ὕλης, τῆς προσκόλλησης στά ὑλικά ἀγαθά.

Δέν εἶναι δυνατόν παιδιά μου ἀγαπητά, νά περάσουμε τή ζωή μας μέ τό συλλογισμό τοῦ ἄφρονος πλουσίου “ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου”. Κάποτε πρέπει νά καταλάβουμε πώς ἡ ὕλη δέν μᾶς συνοδεύει στήν αἰωνιότητα. Καί ὅταν ὁ ἑαυτός μας ξεφεύγει καί πηγαίνει ὁλοταχῶς νά προσκολληθεῖ στά ὑλικά ἀγαθά, ἄς φέρνουμε στή σκέψη μας τήν ὑπαρξιακή ἀφύπνιση τῆς θεϊκῆς φωνῆς: “ἅ δέ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;”.