Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019
  
  ΚΥΡΙΑΚΗ Η ΛΟΥΚΑ

Κυριακή Η΄ Λουκᾶ.

(Παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη)


Ἡ ἀφορμή γιά νά διηγηθεῖ ὁ Χριστός τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, ἦταν τό ἐρώτημα πού Τοῦ ἔθεσε ἀμυνόμενος ὁ νομικός γιά τήν αἰώνια ζωή. Πίστευε πώς ἄν ἐφαρμόσει τυπικά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά κληρονομήσει τήν αἰωνιότητα. Ὁ Κύριος ὅμως μέ τήν παραβολή, ὅπως τόσο παραστατικά μᾶς τήν παρουσιάζει ὁ Εὐαγγελιστῆς Λουκᾶς, δίνει νέα διάσταση στήν ἔννοια τοῦ πλησίον καί διευρύνει ἀφάνταστα τόν ὁρίζοντα στό συζητούμενο πρόβλημα περί κληρονομίας τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Ἕνας ὁδοιπόρος κατεβαίνει ἀπό τά Ἱεροσόλυμα στήν Ἰεριχώ· στό δρόμο ἔπεσε σέ ἐνέδρα ληστῶν καί ἀφοῦ τόν λήστεψαν, τόν ἄφησαν στήν ἄκρη τοῦ δρόμου μισοπεθαμένο. Πρῶτος ἔτυχε νά περάσει ἕνας Ἱερέας, ἀλλά “ἰδών αὐτόν ἀντιπαρῆλθεν” τόν προσπέρασε συνεχίζοντας τόν δρόμο του. Στήν συνέχεια πέρασε ἕνας Λευΐτης μά καί αὐτός ἔδειξε τήν ἴδια στάση· βιαστικό, ἀδιάφορο προπέρασμα ἀπό μακριά. Σέ λίγο ἕνας τρίτος ὁδοιπόρος, κάποιος Σαμαρείτης περνοῦσε ἀπό ἐκεῖ. Εἶδε τήν θλιβερή εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου “τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τούς ληστάς” καί πόνεσε ἡ ψυχή του. Ἀναγνώρισε πώς ἦταν Ἰουδαῖος καί σύμφωνα μέ τόν νόμο ἔπρεπε νά τόν “ἀντιπαρέλθει” γιατί ἦταν ἐχθρός του. Παρ΄ ὅλες ὅμως τίς ἀπαγορευτικές διατάξεις τοῦ νόμου, ὁ Σαμαρείτης σταμάτησε καί περιποιήθηκε τά τραύματά του, πλένοντάς τα μέ κρασί καί βάζοντας ἐπάνω τους λάδι καί ἀφοῦ τοῦ πρόσφερε τίς πρῶτες βοήθειες τόν ἀνέβασε στό ζῶο του, τόν ἔφερε στό πανδοχεῖο καί τήν ἄλλη μέρα πού ἔφυγε ἔδωσε στόν πανδοχέα δύο δηνάρια λέγοντάς του: “φρόντισέ τον καί ἄν ξοδέψεις παραπάνω, ἐγώ στό γυρισμό μου θά στά πληρώσω”.

Ὁ Κύριος στό τέλος τῆς παραβολῆς ἀντιστρέφει τήν ἐρώτηση τοῦ νομικοῦ καί ζητάει νά μάθει (ἀπό τόν νομικό) ποιός ἔγινε πλησίον κατά τήν γνώμη του. Καί βέβαια ὁ νομικός πολύ ἄνετα ἀπάντησε: “ὁ ποιήσας τό ἔλεος μετ΄ αὐτοῦ”. Καί τότε ἦρθε ἡ προτροπή τοῦ Χριστοῦ στόν νέο νομικό, ἀλλά καί πρός ὅλους μας: “πορεύου καί σύ ποίει ὁμοίως”, πήγαινε καί κάνε καί σύ τό ἴδιο.

Ἡ παραβολή πού προσεγγίζουμε ἔχει ἔντονο συμβολικό περιεχόμενο καί οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας τονίζουν ὅτι ὁ Καλός Σαμαρείτης εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ ἄνθρωπος πού “λησταῖς περιέπεσεν” εἶναι Ὁ κάθε ἄνθρωπος πού πληγώνεται ἀπό τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας καί τόν ἀφήνει “ἡμιθανῆ τυγχάνοντα”. Τό πανδοχεῖο εἶναι ἡ Ἐκκλησία, πού ὁ Χριστός ἐμπιστεύεται σέ ὅλους μας γιά τήν θεραπεία μας (σωτηρία μας) . Τό λάδι καί τό κρασί εἶναι τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Καλός Σαμαρείτης ὁ Χριστός, μᾶς ἔχει τοποθετήσει στήν νέα Κιβωτό τήν Ἐκκλησία Του, καί θά ξαναγυρίσει κατά τήν Δευτέρα Παρουσία Του “κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς”.

Θεωρητικά συμφωνοῦμε μέ ὅσα διδάσκει ὁ Χριστός μέσα στήν παραβολή· ἀλλά πάνω στήν πράξη παρατηρεῖται μιά ἰδιότυπη θρησκευτική συμπεριφορά, ὑποκριτικῆς προέλευσης. Θαυμάζουμε τόν Καλό Σαμαρείτη καί μιμούμεθα τόν Ἱερέα καί τόν Λευΐτη. Λίγο νά σκαλίσουμε τήν σκέψη μας, θά θυμηθοῦμε πολλά στιγμιότυπα ἀπ΄ τήν συμπεριφορά μας καί τή στάση μας ἔναντι τῶν συνανθρώπων μας. Μιά ἔντιμη διερεύνηση θά ἔφερνε στά χείλη μας τήν ὁμολογία τῆς ἀνεπάρκειας. Θά διαπιστώναμε ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ πλησίον εἶναι μιά πραγματικότητα πού δέν τήν ὑποπτευθήκαμε, σχέση πού δέν τήν δοκιμάσαμε. Τό πρόβλημα ἑπομένως γιά τήν προσωπική μας ζωή καί πορεία εἶναι πώς θά προχωρήσουμε ἀπό τόν θαυμασμό πού τρέφουμε γιά τόν Καλό Σαμαρείτη στή μίμησή του.

Ὁ Ἱερέας καί ὁ Λευΐτης διάβηκαν ἀπ΄ τόν τόπο τῆς ληστείας ἄπραγοι, κουμπωμένοι στόν ἀτομισμό τους καί στούς φόβους τους. Ὁ Σαμαρείτης ἔγινε ὁ πλησίον. Ἐνήργησε ὡς ἀδελφός μέ συγκεκριμένο ἔργο, μέ ἀληθινή διακονία ἀγάπης, μέ θυσιαστική προσπάθεια.

Ἀκριβῶς αὐτό τό ἔργο, αὐτή τή διακονία ἀγάπης θά ἐπιχειρήσουμε νά ἀνακαλύψουμε στήν “ἔργῳ καί λόγῳ” στάση τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη.

Τό πρῶτο χαρακτηριστικό γνώρισμα αὐτῆς τῆς γνήσιας ἀγάπης γιά τόν πλησίον μας εἶναι ὅτι στοιχίζει. Εἶναι παραίτηση, ὀδυνηρή πολλές φορές, ἀπό πράγματα πού αὐτονόητα δικαιούμεθα, ὅπως χρόνο, χρήματα, προσωπικό πρόγραμμα. Ὁ Σαμαρείτης καθυστερεῖ τό ταξίδι του (χρόνος), βαδίζει πεζός, γιατί στό ζῶο του ἀνέβασε τόν πληγωμένο συνάνθρωπό του καί πληρώνει τόν πανδοχέα γιά ὅτι χρειασθεῖ (χρήματα). Ξέρετε γιατί εἴμαστε ἀνίκανοι νά μιμηθοῦμε τόν Σαμαρείτη; γιατί θέλουμε νά προσφέρουμε τήν ἀγάπη μας μέ τό ἀζημίωτο. Τότε ὅμως δέν ἀγαπᾶμε τόν πλησίον μας, ἀλλά μόνον ἕναν, τόν ἑαυτό μας. Γιά νά μπορεῖ ὁ καθένας μας νά λέει ναί στίς ἀνάγκες τοῦ ἄλλου, θά πρέπει νά ἔχει τή δυναντότητα νά λέει μερικά ὄχι στίς δικές του ἐπιθυμίες. Κοστίζει, ἑπομένως ἡ γνήσια προσφορά ἀγάπης γιά τόν ἄλλον. Καί ἕνα δεύτερο βασικό γνώρισμα αὐτῆς τῆς γνήσιας ἀγάπης εἶναι ὅτι δέν ζητᾶ ἀνταλλάγματα· εἶναι ἐλεύθερη ἀπό τόν βραχνά τῆς ἀναγνώρισης. Ὁ ἀγαπῶν τόν πλησίον του δέν ἐνεργεῖ γιά νά φανεῖ ἤ νά ἐπαινεθεῖ. Ἐνεργεῖ χωρίς νά περιμένει τίποτα· ὁ Σαμαρείτης προσφέρει τήν ἀγάπη του μέσα στό σκοτάδι τῆς ἐρημιᾶς, μακριά ἀπό τά φῶτα τῆς δημοσιότητας. Γι΄ αὐτό καί ἡ ἀγάπη εἶναι πολύ ἰσχυρή, δέν ἔχει ἀνάγκη ἐπιδοκιμασίας ἀπό κανέναν.

Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό καί διδακτικό συνάμα, πώς οἱ δύο διαστάσεις τῆς ἀγάπης “δένονται” μέσα στό κείμενο τῆς παραβολῆς σέ μία ἐντολή, στό “ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου... καί τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν”. Ἡ ἀποτυχία στήν πρώτη διάσταση ἀφανίζει καί τήν δεύτερη· καί ἡ οὐσιαστική προσέγγιση τῆς πρώτης μᾶς ἀποκαλύπτει τόν Θεό. Πρέπει κάποτε νά ζήσουμε αὐτή τήν ἱερή διπολική σχέση κοινωνίας μέ τόν πλησίον μας καί μέ τόν Θεό Πατέρα μας, ἀρκεῖ πρῶτα νά πλησιάσουμε τόν συνάνθρωπό μας μέ μιά ἀγάπη πού στοιχίζει, πού δέν ζητᾶ ἀναγνώριση, μέ μιά ἀγάπη προσωπική, θυσιαστική ἱκανή νά νικάει καί αὐτόν τόν θάνατο, ὅπως ἔπραξε ὁ Καλός Σαμαρείτης.

Ἀδελφοί μου καί παιδιά μου, εὔχομαι καί προσεύχομαι νά μή φανοῦμε δειλοί στή ζωή μας νά μιμηθοῦμε αὐτόν τόν Ἕνα, τόν Καλό Σαμαρείτη πού θυσιάστηκε γιά ὅλους ἐμᾶς χωρίς νά περιμένει τίποτα. Ἡ ἄδολη ἀγάπη καί τό ἀμέτρητο ἔλεος τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας πρός ὅλους ἐμᾶς, ἄς γίνει ἡ γέφυρα ἐπικοινωνίας πού θά μᾶς ὁδηγήσει πιό κοντά στόν πλησίον μας, στούς ἀδελφούς μας.