Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019
  
  ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ ΛΟΥΚΑ

Κυριακή Ζ΄ Λουκᾶ.

Ἀπό τἠν ψυχολογία τῆς μάζας στήν κοινωνία τῶν Προσώπων.


“Τίς ὁ ἁψάμενός μου;” Αὐτή τήν ἐρώτηση ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, ὅταν πλῆθος πολύ μαζεύτηκε γύρω Του· “οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν”. Ὁ κόσμος πολύς καί ἡλεκτρισμένος· τόν εἶχε γοητεύσει τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου καί τόν εἶχε ἐνθουσιάσει ἡ διδασκαλία Του. Παράξενα ἀκούγεται ἡ ἐρώτηση τοῦ Κυρίου μέσα σ΄ αὐτή τή βραδυκίνητη μαζική πορεία. Γι΄ αὐτό ὁ Πέτρος καί οἱ ἄλλοι μαθητές γεμᾶτοι ἔκπληξη τοῦ ἀπάντησαν: “Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καί ἀποθλίβουσι, καί λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου;”. Ἐδῶ τά πλήθη συνωστίζονται γύρω σου καί σέ πνίγουν καί Σύ λές: “Ποιός μέ ἄγγιξε;” Καί ὅμως κάποιος μέ ἄγγιξε μέ ἕναν τρόπο ξεχωριστό, ἐπιμένει ὁ Κύριος. Μέσα στό πλῆθος, πού Τόν συνέθλιβε ἀναζητάει τή μία ὕπαρξη, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, τήν ἄρρωστη ἐκείνη γυναῖκα, πού μέ δέος καί λαχτάρα ἱερή, μέσα ἀπό τό πλῆθος κατάφερε καί ἔφτασε στά πόδια Του καί ἄγγιξε τό κράσπεδο τοῦ ἱματίου Του. Καί ἐκεῖνο τό ἄγγιγμα δέν πέρασε ἀπαρατήρητο ἀπό τό θεϊκό μάτι. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη πού πλησίασε μέ τό δάκτυλό της τό κράσπεδο τοῦ ἱματίου Του, ἦταν κίνηση ἀγάπης, σεβασμοῦ καί δέους· καί αὐτό, γιατί δέν ἔνοιωθε τόν ἑαυτό της ἄξιο νά κάνει κάτι ἄλλο, νά γονατίσει μπροστά στόν Ἰησοῦ ἤ νά Τοῦ μιλήσει, νά Τόν παρακαλέσει... Ὅμως ἡ αἱμορροοῦσα ἄγγιξε τόν Ἰησοῦ μ΄ ἕνα ἀπέραντο δέος. Ἦταν μιά ἐπικοινωνία προσωπική, συγκλονιστική, μολονότι στήν ἀρχή δέν ὑπῆρξε κανένας διάλογος. Ἐκείνη προσπάθησε νά ξεφύγει ἀπό τό πλῆθος πού συνέθλιβε τόν Κύριο, καί νά Τόν ἀγγίξει προσωπικά. Ἄφησε τόν ἑαυτό της μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στά χέρια Του. Δειλά ἄγγιξε τό κράσπεδο τοῦ ἱματίου Του καί Ἐκεῖνος διακήρυξε τήν πίστη της μπροστά στό πλῆθος. Κατάφερε ἔτσι ἡ ἄρρωστη γυναῖκα ἀπό τή ψυχολογία τῆς μάζας νά περάσει στό πρόσωπο. Ἴδια σ΄ ὅλες τίς ἐποχές ἡ ψυχολογία τῆς μάζας. Ἐξαφανίζει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, δημιουργεῖ ὄχλο χωρίς συνοχή καί προσωπική εὐθύνη. Εἶναι πιό εὔκολο νά δενόμαστε στό ἅρμα τῶν πολλῶν. Ἀκόμη καί στήν θρησκευτική ζωή μᾶς βολεύει ἡ ψυχολογία τῆς μάζας. Κάνουμε αὐτό πού κάνουν οἱ πολλοί καί ἔτσι ξεφεύγουμε δῆθεν ἀπό τήν προσωπική μας εὐθύνη. Ὅμως αὐτό δέν εἶναι ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό Πατέρα μας, γιατί αὐτή προϋποθέτει ἐλεύθερη καί προσωπική σχέση μαζί Του. Ἄν δέν ξεπεράσουμε τή μᾶζα, δέν φτάνουμε στήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ. Ἡ προσέγγιση τοῦ ὄχλου ἦταν τυπική, χωρίς δέος, χωρίς ἀγάπη, ἀλλά καί χωρίς ἐκπόρευση θείας ἐνέργειας ἀπό τή δική Του Θεανθρώπινη ὕπαρξη.

“ἥψατό μού τις· ἐγώ γάρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ΄ ἐμοῦ”. Ὁ οὐράνιος Θεός Πατέρας ἀγαπάει τόν καθένα μας προσωπικά. Εἶναι ἡ ἀγάπη Του τόσο προσωπική καί δυναμική, πού Τόν κάνει ν΄ ἀφήνει τά ἐνενῆντα ἐννιά πρόβατα καί νά “πορεύεται ἐπί τό ἀπολωλός” τό ἕνα τό χαμένο “ἕως οὗ εὕρῃ αὐτό” (Λουκ. ιε΄,4). Καί ὅταν τό βρεῖ καί τό βάλει ξανά μέσα στή σωτήρια μάνδρα Του, τήν Ἐκκλησία Του, τότε “χαρά γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι” (Λουκ. ιε΄, 10). Σέ αὐτή τή προσωπική ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας, ἔχουμε ὅλοι χρέος ἱερό ν΄ ἀνταποκριθοῦμε προσωπικά. Νά ξεφύγουμε ἀπ΄ τή ψυχολογία τῆς μάζας, τοῦ ὄχλου· καί μέσα ἀπ΄ τό πλῆθος, μέ δέος νά προσεγγίσουμε τόν Κύριό μας. Γιατί δυστυχῶς ἔχουμε ἐξοικειωθεῖ πάρα πολύ μέ τά ἅγια. Πολλοί ἀπό 'μᾶς, ὄχι μόνο ἀγγίζουμε τόν Κύριο, ἀλλά κοινωνοῦμε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Στή συνέχεια ὅμως ξαναγυρίζουμε στίς παλιές μας συνήθειες, στά πάθη μας, στήν σκληρότητα τοῦ ἐγώ μας, ἀφήνοντας τήν ἐγωπάθειά μας νά μᾶς διευθύνει τή ζωή, σάν νά μή συνέβη τίποτε. Μιμούμεθα, χωρίς νά τό συνειδητοποιοῦμε τόν ὄχλο ἐκείνης τῆς ἡμέρας. Κάποτε Τόν ἀγγίζουμε, ὄχι προσωπικά, ἀλλά ἐπειδή μᾶς ἔσπρωξε τό κῦμα τοῦ πλήθους. Δέν Τόν πλησιάζουμε μέ τήν λαχτάρα καί τό δέος τῆς αἱμορροούσης, ὥστε νά πεῖ καί σέ 'μᾶς τό “ἥψατό μού τίς”. Ἔχουμε ἀπογυμνωθεῖ ἀπό τό δέος, ἔχουμε ἀπορροφηθεῖ καί ἀφομοιωθήκαμε μέσα στήν στέππα τῆς τεχνοκρατούμενης καί ἀλλοπρόσαλλης ἐποχῆς μας. Κάτι ἑπομένως πρέπει νά γίνει· νά δώσουμε κατ΄ ἀρχήν προτεραιότητα στό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Γιατί μόνον ἡ προσωπική σχέση εἶναι ἡ μόνη γόνιμη σχέση μέ τόν Θεό. Ν΄ ἀρχίσουμε μιά ἔμπονη προσωπική πορεία στήν κοινωνία τῶν προσώπων, ἔστω καί ἄν οἱ ὄχλοι “συνέχουσι καί συνθλίβουσι”. Καί τό πρῶτο βῆμα αὐτῆς τῆς προσωπικῆς πορείας εἶναι ἡ μετάνοια, ἡ πορεία ἐπιστροφῆς στό σπίτι τοῦ Πατέρα μας, τό ἄνοιγμα τῆς ὕπαρξής μας στόν Κύριο μέ τήν λαχτάρα νά ἐπικοινωνήσουμε μαζί Του ὑπαρξιακά μέ τήν προσωπική μας συμμετοχή στήν Τράπεζα τῶν μυστηρίων καί τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ. Νά γίνουμε κοινωνοί τῆς Θ. Χάρης Του. Ὅταν ἐπικοινωνοῦμε μέ τόν Θεό, ἄς εἴμαστε ὅσο τό δυνατόν πιό ἁπλοί, αὐθόρμητοι καί ἀθόρυβοι. Ὅταν πάρει κανείς ἐπίσημο ὕφος, ἐπιτηδευμένο, τότε κατά κανόνα χάνει τόν Θεό. Προσέξτε τίς κινήσεις τῆς αἱμορροούσης· τελείως ἀθόρυβα, προσπαθεῖ μέ δέος ἱερό νά Τόν πλησιάσει “ὄπισθεν”, μέσα στή φασαρία καί τό σπρώξιμο τοῦ ὄχλου. Τίποτα δέν μπορεῖ νά τήν ἐμποδίσει σ΄ αὐτή τήν προσωπική της πορεία πρός τόν Σωτῆρα της. Καί αὐτή ἡ προσέγγιση γίνεται ἐν σιωπῇ, μέσα στήν ὀχλοβοή τοῦ πλήθους. Αὐτό λέει πολλά στό σύγχρονο ἄνθρωπο. Τό νά πλησιάσει κανείς τόν Θεό, δέν προϋποθέτει κατ΄ ἀνάγκη φυγή σέ ἡσυχαστικά μέρη ἤ σέ εἰδυλλιακά περιβάλλοντα. Καί μέσα στούς ξέφρενους θορύβους τῶν μηχανῶν καί στή βοή τῆς σύγχρονης ζωῆς, κάλλιστα μποροῦμε νά Τόν προσεγγίσουμε. Γιατί Ἐκεῖνος πρῶτος μᾶς δίνεται. Προσφέρει τό Αἷμα Του γιά χάρη μας, γιά νά σωθοῦμε. Εἶναι “ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος καί διαδιδόμενος”(Λειτουργική εὐχή). Καί ἡ κορύφωση τῆς προσωπικῆς μας κοινωνίας μαζί Του εἶναι ἡ ἐν μετανοίᾳ προσεύλεσή μας στή Μυστική Τράπεζα τῆς Θείας Εὐχαριστίας, “εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν τήν αἰώνιον”. Σκεφτήκαμε ποτέ, ἄν ἐκείνη ἡ πονεμένη αἱμορροοῦσα γυναῖκα μέ τό ἁπλό ἄγγιγμά της δέχθηκε τόση εὐλογία καί πλήρη θεραπεία, ἐμεῖς πόση εὐλογία καί χάρη ἀντλοῦμε μέ τήν συμμετοχή μας στήν Τράπεζα τῆς Θ. Εὐχαριστίας! Ἑπομένως μιά συνάντηση μέ τόν Κύριό μας μπορεῖ νά εἶναι τυπική ἐκδήλωση ὄχλου, χωρίς νόημα καί λαχτάρα ἐπικοινωνίας, χωρίς προεκτάσεις στό ἀνθρώπινο πρόσωπο καί τή ψυχή. Μπορεῖ ὅμως νά εἶναι ἡ προσωπική εὐκαιρία, ἡ μοναδική καί ἀνεπανάληπτη ἐμπειρία τῆς παρουσίας Του. Ἡ ἀληθινή προσωπική κοινωνία μαζί Του, ὁ συγκλονισμός τῆς μετάνοιας, τῆς ἐπιστροφῆς κοντά Του. Ἀρκετά κουραστήκαμε ἀπό τίς κάθε λογῆς διαδικασίες πού προσπαθοῦν νά στραγγαλίσουν τήν ὕπαρξή μας καί νά τήν ἀποχρωματίσουν. Τό παράδειγμα τῆς αἱμορροούσης εἶναι συγκλονιστικό καί ἀφυπνιστικό συνάμα. Γιατί ἀνοίγει δρόμους καί ὁρίζοντες ἀπό τήν ψυχολογία τῆς μάζας στήν κοινωνία τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί καί παιδιά μου εὔχομαι νά πραγματοποιοῦμε καθημερινά μιά τέτοια προσωπική πορεία γιά νά προσεγγίσουμε καί νά κοινωνήσουμε μέ τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.